Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων
Οι Ώρες των Άστρων

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων Οι Ώρες των Άστρων

Αποσπάσματα από το ημιτελές βιβλίο του Λιαντίνη για τον Καβάφη με τίτλο «REQUIEM».

(Γράφτηκε το καλοκαίρι και φθινόπωρο του 1985 στις Κεχρεές και στην Αθήνα και σύμφωνα με τον πίνακα των περιεχομένων σταμάτησε η συγγραφή περίπου στο 1/3 των προβλεπόμενων κεφαλαίων).

 

 

ΛΑΓΝΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΛΑΓΝΟΔΙΩΚΤΟΙ

 

Μέσα στο όλο του έργου του Καβάφη τα ερωτικά ποιήματα περιπλεονάζουν.

Όπως περισσεύουν και οι βουνοί, σε σύγκριση με τους κάμπους της ελληνικής γης. Οι πολλοί στην απλότητα, οι ωραίοι στο είδος, οι εξαίσια τραχείς στο καβαλίκεμα ελληνικοί βουνοί. Αυτοί δίνουν στην Ελλάδα το θώρι και το γεμενί.

Και παραβάλλονται ακόμη πιο αρμοστά τα ποιήματα του έρωτα με τα όρη της Ελλάδας, εάν λογαριάσουμε συμπληρωματικά ή στοχαστικότερα ότι ο Καβάφης μιλά για τον ελληνικό έρωτα. Το δωρικό ή πλατωνικό ή παιδικό, σύμφωνα με τους άλλους ονοματικούς χαρακτήρες του.

Τα εξήντα ποιήματα  που τραγουδούν το θέμα αντιστοιχούν στα δύο από τα πέντε μέρη του Καβαφικού σώματος. Τα ορίζουν οι ακόλουθοι τίτλοι:

Από την σχολήν του περιώνυμου φιλοσόφου.

Για νάρθουν.

Γκρίζα.

Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών.

Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην.

Εκόμισα εις την Τέχνην.

Εν απογνώσει.

Εν εσπέρα.

Εν Πόλει της Οσροηνής.

Εν τη οδώ.

Εν τω μηνί Αθήρ.

Ενώπιον του Αγάλματος του Ενδυμίωνος.

Ένας Θεός των.

Ένας νέος, της Τέχνης του Λόγου – στο 24ον έτος του.

Επέστρεφε.

Επήγα.

Επιθυμίες.

Έτσι πολύ ατένισα.

Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα.

Ευρίωνος Τάφος.

Η αρχή των.

Η Προθήκη του Καπνοπωλείου.

Ηδονή.

Ήλθε για να διαβάσει.

Ιασή Τάφος.

Θέατρον της Σιδώνος (400 μ. Χ.)

Θυμήσου σώμα...

Ίμενος.

Κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων.

Κάτω απ’ το Σπίτι.

Κίμων Λεάρχου, 22 ετών, σπουδαστής Ελληνικών γραμμάτων (εν Κυρήνη).

Λάνη τάφος.

Μακρυά.

Μέρες του 1896.

Μέρες του 1901.

Μέρες του 1903.

Μέρες του 1908.

Μέρες του 1909, ΄10 και ΄11.

Μέσα στα καπηλειά.

Μια νύχτα.

Να μείνει.

Νόησις.

Ο ήλιος του απογεύματος.

Ο καθρέπτης στην είσοδο.

Ομνύει.

Όταν Διεγείρονται.

Πέρασμα.

Πολυέλαιος.

Πριν τους αλλάξει ο χρόνος.

Ρωτούσε για την ποιότητα.

Σ’ ένα βιβλίο παλιό

Σοφιστής απερχόμενος εκ Συρίας.

Στο πληκτικό χωριό.

Στου Καφενείου την Είσοδο.

Τα Επικίνδυνα.

Τέμεθος, Αντιοχεύς˙ 400 μ. Χ.

Το Διπλανό Τραπέζι.

Το 25ον έτος του βίου του.

Του πλοίου.

Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ.

Καθώς που ενίκησε το χρόνο και θα μείνει στο σύνολό του σχεδόν το έργο του Καβάφη, παρόμοια κυρίαρχα θα επιβληθεί στις αισθητικές συνειδήσεις το ερωτικό του μέρος, αφήνοντας πίσω όλες τις άλλες ερωτικές πραγματώσεις της νεοελληνικής ποίησης.

Αυτή η κρίση αφήνεται να διατυπωθεί και με τούτο τον τρόπο. Μετά τον Πλάτωνα και πιο γειτονικά του η ελληνική γλώσσα είχε την εύνοια να περιγράψει πάλι το φαινόμενο του έρωτα με την ποίηση του Καβάφη.

Ποιο είναι το μυστικό, το μυστήριο θα πούμε κυριότερα, που χάρισε πίσω από το μεγάλο Αθηναίο τα δευτερεία στον Καβάφη.

Πώς ο μονήρης γέρος βρήκε την ατραπό να υπερκεράσει σε τούτο το ύψωμα το Σολωμό, που τα ερωτικά του οράματα είναι πλαστούργηση νεότητας στα λατομεία του φωτός, και ανάσταση νεκρών από τους λάκκους των ανοίξεων;

Πώς ο αμαρτωλός Καβάφης έβαλε πλάτη στον άγιο Παπαδιαμάντη, που η ερωτική του θράκα χώνεψε στην αγνότητα και στη διάρκεια των αστεριών, των ονείρων και των δέντρων;

Και ακόμη πως πάλεψε και καταπάλεψε δυνάμεις σαν τον οξύ ερωτισμό του Σεφέρη μεταμορφωμένο από την όρθια στάση του άντρα σε πέτρα αρχαία, ή σαν τη δοξαστική όραση του Ελύτη την αναγκασμένη, λόγω δροσιάς και πρωίας, να λησμονήσει τα γερατειά και τη δικαιοσύνη τους;

Η απόκριση είναι απλή. Ο Καβάφης καζάντισε να γίνει πρωθιερέας στο ναό της Αφροδίτης, γιατί η διαλεκτική του με τον έρωτα του γέννησε την παγκόσμια οδύνη.

Εάν χίλιοι τόμοι με ερμηνείες και σχόλια δεν ημπορούν να κάμουν να καταλάβουμε τί είναι τέλος πάντων εκείνη η Πενία που την έγραψε ο Πλάτων μητέρα του έρωτα στο ληξιαρχείο, η ζωή του Καβάφη, όπως αναδύεται από την ποίησή του, ερμηνεύει το πρόβλημα με ενάργεια και πειθώ.

Εδώ χτυπά και η διαφορά του με τον Εμπειρίκο, τον τολμητία του καθαρού. Η ερωτική γραφή του Εμπειρίκου μας δίνει ένα σώμα αγνό που στάθηκε φθαρτό. Η ερωτική γραφή του Καβάφη μας δίνει ένα σώμα βασανισμένο που δοκιμάστηκε από τη φθορά, όπως ο χρυσός από το χώμα. Στο μέρος που ανασκάψαμε δεν βρήκαμε κόκαλα. Ο Εμπειρίκος είναι άνθρωπος λευκός σαν το χιόνι. Ο Καβάφης είναι ποιητής σκληρός σαν το μάρμαρο.

Ο Καβάφης και οι νέοι του είναι οι λαγνουργοί. Λαγνουργοί σε σημείο που μας σοκάρουν. Μας αναγκάζουν να γυρίσουμε τα μάτια και να τραβηχτούμε στη γωνία. Να στενάξουμε ανακουφισμένοι.

Την ίδια στιγμή που αγγίζουν μια πληγή μας. Που ανακινούν ή γιατροπορεύουν κατανοήσιμα συμπλέγματα. Και αναρριπίζουν μακρινές ενοχές, ζωντανές τύψεις, νωπές μεταμέλειες.

Ο αιφνιδιασμός της πληροφορίας του στα ερωτικά, μας αποσβολώνει με τον τρόπο που ο αρχαίος κυνικός “περί αγοράν πλήθουσαν” ανάγκασε τους Αθηναίους να σκορπίσουν από το παζάρι.

Θυμίζω την ιστορία του Διογένη του Λαέρτιου για το Διογένη το Σινωπέα.

Ένα μεσημέρι ο κυνικός Διογένης αναμέριασε στη μέση της πλατείας τα λερά του ιμάτια, ανακάθισε οκλαδόν στις πλάκες, ανασήκωσε ψηλά τις πατούσες του, δύο πετσιά φραγκοσυκιάς δηλαδή, και αρχίνησε έργα αλλόκοτα. Εγύμνωσε καταπρόσωπα στην αιδώ του ουρανού και της μέρας το πέος του, εκοίταξε τριγύρω στις μορφές των ανθρώπων τις κινητές γιδοκεφαλές, και πιάνοντας ηρωική μπαλεσιά με την εξαγριωμένη στύση του φαλλού του, έπιασε λαγνοβοώντας να αυνανίζεται. Ίδιος, το άγιο τραγί του Διονύσου. “εφωράθη χειρουργών”, λέει ο βιογράφος.

Για όνομα του Δία και του Πλούτωνα! Τί κάνεις αυτού, Διογένη; Του φώναξαν μέσα από το σμάρι κάποιοι σεμνοί και χάσκοντες. Δεν ντρέπεσαι τα παιδιά;

Μακάρι να γινόταν παρόμοια να χόρταινα και την πείνα της κοιλιάς. Αδαπάνητα και δωρεάν! Αποκρίθηκε ο φιλόσοφος.

Έδειχνε στους ρήτορες και στους λωποδύτες την ίδια λογική αδιαφορία, που έκαμε και τον Αλέξανδρο του Φιλίππου να τον ζηλέψει κάποτε στην Κόρινθο.

Ο Διογένης φανέρωσε τότε ότι το ρήμα χειρουργείν και το όνομα χειρουργός στην ελληνική γλώσσα κατέχουν και μια δεύτερη θεραπευτική σημασία. Μια λειτουργία που έμεινε αμελημένη και σαν απόκρυφη.

Αιώνες μετά ο Φρόυντ επάνω σ΄ εκείνη την άγνωστη όψη της λέξης εθεμελίωσε έναν ολόκληρο κλάδο επιστημών ψυχολογίας και ιατρικής. Εννοώ τη λιβιδώ. Αν βρίσκονταν ανάμεσα στους θεάμονες του Διογένη, σίγουρα θα ανακάλυπτε ένα πλήθος από συμπλεγματικούς και πελάτες. του.

Την ίδια σχέση που έχει ο Διογένης χειρουργών με το Φρόυντ και την ψυχική του χειρουργική, την έχει και με τον Καβάφη και τη λαγνουργική του ποίηση.

Ο Καβάφης και οι νέοι του είναι και λαγνοδίωκτοι.

Οι λαγνοδίωκτοι είναι τα ήμερα αγρίμια. Οι ανέστιοι της ηδονής, οι πένητες από μοίρα.

Ανεμάρπαστοι, κυνηγούν το ερωτικό αγαθό, όπως ο Απόλλων τη Δάφνη. Απλώνουν τα χέρια στις ακτίνες των ωραίων προσώπων και στα εύγραμμα σώματα και τα βρίσκουν να ξεμακραίνουν με τάχος.

Φράχτη το φράχτη και τράφο τον τράφο τα βλέπουμε να φεύγουν από το κοντά στο αλάργα. Ως τις ακαταγώνιστες διαδοχές των λόφων, των βουνών, των οριζόντων.

Οι λαγνοδίωκτοι χλωμιάζουν μπροστά στις καλές ελπίδες τους. Δρομίζουν ανυπόδετοι στις χαλικωσιές. Κρυώνουν τον Ιούλιο.

Και δεν φτάνουν ν΄ αγγίξουν το Ποθητό. Και αποκαρτερούν και στέκονται. Ναυάγια στις στεριές της στέρησης, κυνηγητές των ίσκιων και ξετραχηλισμένοι αιχμάλωτοι.

Στο καλντερίμι, στο μαυρολίθαρο, στην ακονόπετρα η καρδιά τους χτυπά σαν καβαλάρης, όπως είπε κάποτε η μάνα του Σολωμού.

Ωστόσο οι λαγνοδίωκτοι εδοκίμασαν τις ανατριχίλες του ίμερου. Ό,τι μεταμορφώνει την επιθυμία σε κόλαση είναι η γνώση του ερωτικού παράδεισου.

Ωσάν ανοιχθούνε οι πύλες της σάρκας ανοίγονται και οι κεραίες της αποθυμιάς στα μυστήρια του γενετήσιου πεδίου. Στους επάλληλους κύκλους της πρώτης βίωσης, στις αψηλές κούρβες των πτήσεων, στους όλο και πιο μακρινούς αναβαθμούς του ιλίγγου.

Τα σώματα, όπως και τα μυαλά έχουν τα δικά τους νευρικά κύτταρα της γνώσης. Και ζητούν με πείσμα τους άγνωστους κόσμους, που τους τάχθηκαν να γνωρίσουν. Το επιστητό των εκτάσεων.

Αυτός ο κόσμος φυλάγει μοίρα για τους δικούς του επιστήμονες, εφευρέτες και εξερευνητές. Τους Κολόμβους του μη! Και τους Μαγγελάνους του αχ.

Εδώ λοιπόν είναι που παραβιάζονται τα σύνορα.

Όλοι οι αρμοί της στέγης και της αγοράς μας, ηθική, παραδόσεις και θέσμια, η βέβαιη συνήθεια, οι υποθήκες από τον παπού στον απόγονο, η χαλκόδετη τάξη της κοινότητας, πυρώνονται και λιώνουν.

Μα η κοινωνία που ήταν

σεμνότυφη πολύ, συσχέτιζε κουτά,

θα πει ο Καβάφης. Τα στοιχεία της ζωής συναιρούνται στο ανίδεο κράτος μιας υπέρμετρης ενότητας.

Το ψυχικό γίνεται σώμα. Τα νοήματα στερεώνονται σε κατάσταση υλική. Ζάπλουτη και καλή σφόδρα.

Δεν είναι τα σώματα, αλλά οι νοήσεις που κυλιούνται στις ερωτικές κοίτες και πλουτίζουν τα δώματα με ροδαμούς και λαμπές και ήχους ορατούς. Την ώρα που ο Πολυέλαιος κρέμεται στη μέση ψηλά και καίει και κορώνει.

Μέσα στα ωραία μέλη περιαγκαλιάζονται, συναγγίζονται οι σκέψεις και θωπεύουν η μια την άλλη. Νομίζουμε πως είναι των σωμάτων το άρωμα που αναδίνεται από τους κάλυκες της ύπαρξης και της μνήμης.

Και είναι οι βουλήσεις που προσφέρονται. Ο ίδιος ο στοχασμός μας, η ελευθερία, τα μυστικά, τα όνειρα, οι λέξεις ζητούν να ερωτευθούν.

Έτσι η ερωτική πράξη ορίζεται σαν εξομολόγηση. Και η ηδονή είναι το κρασί και μύρο που συνθλίβεται από την περίπτυξη των τρυφερών λέξεων. Τώρα όλα τα κλειδιά παραδίνονται και όλα τα κάστρα πατιούνται.

Οι λαγνοδίωκτοι είτε το ζητούν είτε όχι μπαίνουν στις περιοχές των συναιρέσεων και της ροής.

Η ακμή και η νεότητα περνούν στη φθορά και στη χάση. Τα δύο φύλα υψώνονται στο ένα γένος. Ο άνδρας και η γυναίκα γίνονται ο ανδρόγυνος. Απόδειξη ότι δεν γνωρίζουμε τί φύλο θα γεννηθεί.

Και τα δύο μάτια, το ένα της ζωής και το άλλο του θανάτου, χάνουν τη διπλωπία τους. Μακριά μας βλέπουμε τους κύκλωπες να προχωρούν και να μπαίνουν στον άνθρωπο. Και μπροστά μας ακούμε να προσπερνά ο Ηράκλειτος μονολογώντας:

Άδης και Διόνυσος είναι το αυτό.

 

 

ΤΑ ΡΩΜΑΪΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Τα ρωμαϊκά ποιήματα, όπως και τα ελληνιστικά είναι απόχες φευγαλέων επεισοδίων και καθηλώσεις στιγμών μιας ροής που η ιστορική της ένταση είναι προσεκτικά καλυμμένη.

Πίσω από τις λίγες δειγματοληπτικές ή ασυσχέτιστες υποδηλώσεις τους παραμονεύει φυλαχτικά ένα τεράστιο χρονικό κήτος που έφαγε και χώνεψε τα μέλη ενός εξίσου μεγάλου γεωγραφικού θηράματος.

Ονόματα, πλούτος ευγένεια αλλά και κουρελαρία ψυχής, δύναμη λάμψη και ομορφιά, σοφία και παιδεία, σκληρότητα κακουργία και ανάγκη, και πάνω απ’ όλα η δυναστεία των Δυνατών σε τόπους και λαούς πολυώνυμους που για πολύ φάνταξε ατελεύτητη, είναι το χώμα της βλάστησης και το κλίμα της ευδοκίμησης των ρωμαϊκών ποιημάτων του Καβάφη*.

Από τα οκτώ ρωμαϊκά ποιήματα μιλούν τα δύο για τους δύο μεγάλους της δεύτερης τριανδρίας, τον Πομπηίο και τον Καίσαρα. Τα τρία για της τρίτης τριανδρίας τους δύο πρωταγωνιστές, τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, και παράλληλα για το 31 π.χ., για τη χρονιά δηλαδή που τυπικά συντελέσθηκε η μεταβολή από τη Respublica στο  Imperium. Τα υπόλοιπα δύο έχουν θέμα τους το Νέρωνα, το πρότυπο της ειδεχθούς ιδιοφυΐας. Και το τελευταίο, το Περιμένοντας τους Βαρβάρους, είναι ένα ποίημα για όλες τις εποχές.

Ο κόσμος της Ρώμης δημιούργησε ένα πρότυπο εξουσίας, την κοσμοκρατορία. Κι ένα πρότυπο ηθικής, την ηθική των Κυρίων. Κι ένα πρότυπο πολιτισμού, τον πολιτισμό των ολίγων συνειδήσεων που τις έθρεψε το λίπασμα των πολλών σωμάτων.

Το ρωμαϊκό πνεύμα με την πρακτική ιδιοσυγκρασία που το δηλώνει εξαιρετικά, μεταστοιχείωσε ολόκληρο τον αρχαίο πλούτο – τον ελληνικό ιδιαίτερα – της θεωρίας της αισθητικής λεπτότητας και των εμπνεύσεων, σε οργάνωση σε δραστικά αντικρίσματα και σε εφαρμογή.

Έτσι εδημιούργησε τους νόμους, τους θεσμούς, τους τύπους και τις αρχές μιας πολυαίωνης διάρκειας και χρήσης.

Μόνο το ναπολεόντειο δαιμόνιο της πράξης ύστερα από είκοσι αιώνες κατάφερε να επέμβει αναπαλαιωτικά και γόνιμα σ’ αυτόν τον κώδικα της ιστορικής πορείας. (Και ο μαρξισμός βέβαια, αλλά τούτος με το δίκαιο πνεύμα του αφανισμού και της καθαίρεσης). Η Ρώμη εξακολουθεί να’ ναι η κοιτίδα της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου.

Ο Καβάφης αναφέρει τη ρωμαϊκή Σύγκλητο δύο φορές. Τί είδους υπόσταση είχε εκείνο το σώμα των αποφάσεων και της ευθύνης, που οδήγησε σκεπαστά και λιγομίλητα τη ζωή μιας μικρής πόλης στο μεγάλο πεπρωμένο;

Όταν μια αποστολή του Πύρρου γύρισε από τις διαπραγματεύσεις που της είχε αναθέσει για να κάμει στη Ρώμη, και ο βασιλιάς την ρώτησε να μάθει για τους τρόπους και τους τύπους της Συγκλήτου, έλαβε την ακόλουθη περίπου απόκριση.

_ Είναι τριακόσιοι άνθρωποι που σκέπτονται και συζητούν για τα κοινά. Η φρονιμάδα στους λόγους και η σοβαρότητα στις χειρονομίες τους αφήνει να σχηματίζεται στον αγέρα και να τους παραστέκει ολόγυρα μια εντύπωση ήθους που, πέρα από το θαυμασμό, γεννά και αναρριπίζει το αίσθημα του φόβου. Φεύγοντας νιώθεις, ότι είδες και άκουσες μέσα σε μια αίθουσα όχι τριακόσιους σύνεδρους αλλά τριακόσιους βασιλιάδες.

Ανάλογη εσωτερική τάξη και υγεία, ανθρώπων που αποτέλεσαν σώμα συλλογικό, και που πρόσεχαν τη διάρκεια και τη σταθερότητα μέσα στο χρόνο, οι ιστορικοί αναφέρουν άλλη μια φορά.

Καθώς ο Σπαρτιάτης Παιδάρητος, γράφει ο Πλούταρχος, δεν κρίθηκε άξιος να γίνει μέλος των τριακοσίων στη Σπάρτη, βγήκε από το βουλευτήριο σφόδρα χαρούμενος, γιατί η πόλη είχε τριακόσιους πολίτες καλύτερους από κείνον:

Ο μεν γαρ Παιδάρητος ουκ εγκριθείς εις τους

τριακόσιους απήει μάλα φαιδρός, ώσπερ χαίρων,

ότι βελτίονας αυτού τριακόσιους η πόλις έχει.

 

Τα νεύματα της Συγκλήτου περνούσαν κατευθείαν στα νεύρα των Λεγεώνων. Και οι λεγεώνες εχάραζαν τη βούληση αυτής της βουλής των βασιλιάδων επάνω στη μαρμάρινη ύλη των πράξεων με τη σκληρότητα που το διαμάντι χαράζει το γυαλί.

Όταν οι λεγεώνες εδιάβαιναν πάνω από το σώμα της Αυτοκρατορίας, το κύμα της έντασης που περνούσε τα μέλη τους ήταν το ίδιο τίναγμα δύναμης που αγριαίνει τους μυώνες της λεοπάρδαλης.

Το όνομα που λάβαινε η κάθε λεγεώνα, επάνω στα πεδία των εντολών που εκτελούσε, εδήλωνε την ουσία και τον τύπο της.

Δευτέρα η πίστη. Έκτη η Σιδηρά. Η Λεγεώνα της Αθηνάς. Η Μακεδονική. Η Ντεϊοταριανή. Η Τιμωρός. Δεκάτη η εκστρατευτική των Αγριοχοίρων. Δωδεκάτη Λεγεώνα η Κεραυνοφόρος.

 

Οι λεγεώνες της δημοκρατίας μάχες έχασαν πολλές, πόλεμο όμως δεν έχασαν κανένα.

 

* Απολείπειν ο θεός Αντώνιον

Εν δήμω της Μικράς Ασίας

Η Διορία του Νέρωνος

Μάρτιαι Ειδοί

Ο Θεόδοτος

Περιμένοντας τους βαρβάρους

Τα βήματα

Το 31 π.χ. στην Αλεξάνδρεια

 

 

ΠΑΤΡΙΚΙΟΙ

ΣΚΙΠΙΩΝ Ο ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ

 

Θα ακολουθήσει μακρυά σειρά από βαφτιστικά ονόματα που έδωσαν στους στρατηγούς υπάτους οι τόποι, όσους τους πέρασαν με τη φωτιά και το σίδερο. Ο Αφρικανός, ο Μακεδονικός, ο Βρεττανικός, ο Γερμανικός.

Δεκαοκταετής έσωσε το βαριά πληγωμένο στρατηγό των ρωμαίων στον Τίκινο. Ήταν ο πατέρας του που μαζί με το θείο του αργότερα πέσανε νικητές στην Ισπανία.

Εικοσαετής έσωσε το αλλόφρονο φρόνημα της Ρώμης ψυχώνοντας τα υπολείμματα των ρωμαίων ευγενών στο κανύσιο.

Στις Κάννες είδε να πέφτουν σαρανταεφτά χιλιάδες στρατιώτες, το σύνολο του ιππικού, ογδόντα συγκλητικοί, τριάντα χιλίαρχοι, οι δύο ανθύπατοι και ο φρόνιμος ύπατος Λεύκιος Αιμίλιος.

 

Όταν αναμετρήθηκε με το σαρανταπεντάχρονο Αννίβα στη Ζάμα είχε τη θανάσιμη ηλικία του Αλέξανδρου του Μακεδόνα.

Άρρωστος, και από τη σκηνή του εστρατήγεψε στις επιχειρήσεις της Μαγνησίας. Με τις πληροφορίες τους χάρτες και τους συνδέσμους, οδήγησε από μακρυά τις λεγεώνες, και εκαταμάχησε τον Αντίοχο το Μέγα και τον αρχηγό του βασιλικού επιτελείου του, τον Αννίβα.

Στη Ζάμα, προτού αρχίσει η μάχη, συναντήθηκε με τον Αννίβα στη στρατηγική σκηνή. Εκουβέντιασαν για πολύ και καλόπιστα τη δυνατότητα να αποτρέψουν τη σφαγή. Δεν εσυμφώνησαν. Αντάλλαξαν μια ευγενική χειραψία και χωρίσθηκαν. Τραβώντας ο καθένας το δρόμο του άστρου του.

.............................................................................................................................

Σε όλη τη ζωή του δεν έπαψε να θαυμάζει και να τιμά το μεγάλο αντίπαλο και το μεγάλο ηττημένο του. Και λίγους μήνες μετά το θάνατο του Αννίβα τον ακολούθησε στον τάφο. Ήταν πενήνταέξι χρονώ. Οχτώ φορές το εφτά λέει ο Κικέρων.

Odi et amo, θα τραγουδήσει μετά εκατόχρόνους περίπου ο Κάτουλλος.

 

Πεθαίνοντας στην αυτοεξορία υπαγόρεψε ο ίδιος το επίγραμμα του τάφου του:

Αγνώμονη πατρίδα, θα σου στερήσω τα οστά μου.

Ούτε λέξη για τις νίκες του. Όπως ακριβώς και ο Αισχύλος για τις τραγωδίες του.

 

ΜΑΡΙΟΣ

 

Όνομα που επηρέασε πολύ λιγότερο τον πολιτισμό της Ευρώπης απ’ ό,τι το όνομα Μαρία.

Ωστόσο για τη Ρώμη στάθηκε ένα ηφαίστειο πρώτης έκρηξης, που κατέβηκε από την Άλβα Λόγγα και κύκλωσε την πόλη με τη λάβα του. Τόσους χρόνους π. Χ. όσους περίπου μ. Χ. ο Βεζούβιος σκέπασε την Πομπηία.

Εμπνεύσθηκε το στρατήγημα των Προγραφών. Ήταν ένας κατάλογος ονομάτων εμπιστεμένος στα νύχια της ανθρώπινης μοχθηρίας. Όπως ακριβώς τα πεσμένα φύλλα των δένδρων αφήνουνται στο έλεος των βοριάδων.

............................................................................................................................

 

 

ΚΑΙΣΑΡ

 

Τριάντα μέρες το χρόνο οι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους στο όνομα του Ιούλιου Καίσαρα. Είναι ο καιρός που γυαλίζουν οι καρποί στα δέντρα και τα σώματα των κοριτσιών σοκολατίζουν στις ακροπελαγιές.

και πύρωνε ο θείος Ιούλιος μήνας.

Η δεύτερη δωρεά της διαθήκης στο ανθρώπινο γένος του καίσαρα ήταν η αλλαγή της κλητικής προσφώνησης από το Συ στο Σεις.

Όταν άρχισε να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλες τις αρχές της δημοκρατίας, οι πολίτες υποχρεώθηκαν φυσικά και γραμματικά να καλούν στο όνομά του, αντί για το ένα, το πλήθος των αξιωμάτων του: Σεις ύπατε και δήμαρχε και ιερέα και πραίτορα και τιμητή!

Και το τρίτο που, με την έννοια μάλλον του κακού, κληροδότησε στην ιστορία της Ρώμης, και ευρύτερα στην παγκόσμια πορεία της ζωής, είναι η ιδέα της μονοκρατορίας.

Αυτή τη μορφή διακυβέρνησης την εποχή που επιχείρησε να την επιβάλει ο Καίσαρ, η φυσική και ιστορική εξέλιξη του ζώου άνθρωπος την είχε αφήσει οριστικά πίσω της.

Την ιδέα της μονοκρατορίας την οδήγησε στο ακραίο κορύφωμα, που παράλληλα σημαίνει ότι την έμπασε και στη σφαίρα του οριστικού θανάτου της, ο Μέγας Αλέξανδρος.

................................................................................................................

Λίγες στιγμές προτού η λευκή τήβεννος η περιπόρφυρη στο χρώμα γίνει καταπόρφυρη από τα αίματα είπε το γνωστό λόγο:

Εγώ είμαι το πολικό αστέρι!

Πολλούς αιώνες μετά η θρυλική πρότασή του, που την γέννησε μια άμεση και πρακτική ανάγκη απόκρισης, θα περιγράψει στο στοχασμό του Νίτσε τον ακέραιο άντρα της θεωρίας και της πράξης:

Ανάγκασε τ’ άστρα να γυρίζουν γύρω σου!

Η αλήθεια του Καίσαρα και του Νίτσε διαφέρει από την αλήθεια της φύσης επάνω σ’ ένα σημείο: ότι το Βορράστρι δεν γνωρίζει θάνατο.

 

 

ΑΝΤΩΝΙΟΣ

 

Με το δράμα του έκλεισε και το δράμα της κατάλυσης του ρωμαϊκού δήμου, που συντελέστηκε στην Ελλάδα.

Έτσι η ελληνική γη βρήκε τον τρόπο να σταθεί η Ερινύα για το αγροίκο Λάτιο που εκαταβίασε το σώμα των αισθητικών θαυμάτων.

Και τις τρεις ξιφομαχίες, στα Φάρσαλα στους Φιλίππους και στο Άκτιο, οι έλληνες τις έζησαν στο πλευρό των ηττημένων. Που ήσαν όσοι, λόγω τουλάχιστον, υπεράσπισαν τη δημοκρατία. Ο Πομπήιος, οι Κάσσιος και Βρούτος, ο Αντώνιος.

Ωστόσο ο νικητές, ο Καίσαρ, οι Αντώνιος και Οκταβιανός, και ο Οκταβιανός Αύγουστος, γιόρτασαν την κάθε νίκη συγχωρώντας τους διακοσμητικούς κομισάριους.  Οι έλληνες! Οι έλληνες πια είχαν γίνει ανυπόστατοι.

 

'Η ιδέα στο Απολείπειν ο θεός Αντώνιον είναι η ωραία στάση μπρο­στά στο θάνατο. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις Αντώνιος, ώστε εκείνο που θα χάσεις πεθαίνοντας να είναι η κόρη του Αλέξανδρου. Η Αλεξάνδρεια είναι το άλλο όνομα της ζωής.

Στον καθένα που αξιώθηκε να υψω­θεί σε συνείδηση, να ανοίξει τα μάτια του δηλαδή και να κλείσει μέσα τους το θαύμα της ζωής, που ΄χε την ευλογία έστω και μόνο να κυττάξει ένα Μάη τις ανθισμένες σπίθες των σπάρτων, του χαρίζεται και του χρεώνεται μια ολόκληρη Αλεξάν­δρεια. Με το Φάρο, με τη Βιβλιοθήκη της, τους στόλους και το Νείλο, την αιχμηρή της χερσόνησο στη μυθική γοητεία των Φαραώ, με τους χορούς της ιερής νύχτας και της ιερής φρίκης, και με την Κλεοπάτρα της.

Αυτή τη μυθική συναλλαγματική ο άνθρωπος με την πράξη του θανά­του του την εξοφλεί ως τον τελευ­ταίο του όβολο.

Η ώρα της πληρωμής επομένως αξιώνει γενναιοδωρία και αρχοντιά ισομέτρητη προς το μέγεθος της χρέωσης.

Όρος που ορίστηκε κοινός για το βασιλιά και το στρατιώτη, το φορτοβαστάκτη και το βιολιστή, τον ταξι­δευτή και τον ερωτευμένο.

Με τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα του ο Σαίξπηρ ένοιωσε πως δεν ετραγούδησε όλες τις στροφές ταυ τραγουδιού του. Έτσι συμπλήρωσε του μουσικού θρήνου το μέσα του κενό με το Ρωμαίο και την Ιουλιέττα του.

Σημείο, πως είτε κλασσικά είτε ρομα­ντικά δουλέψεις το απαλό σφιχτα­γκάλιασμα του Έρωτα και του θανάτου˙ πως είτε από την πλευρά της πλήρωσης, είτε από την πλευρά της στέρησης το ιδείς, τελικά δεν μπο­ρείς να εκταθείς και να συμπέσεις με το άπειρο όριο του ακαταμάχητου συμπλέγματος.

 

 

ΝΕΡΩΝ

 

Όλες οι μιαρότητες του Νέρωνα χωνεύουν στο κακούργημα της μητροκτονίας. Η μητροκτονία στάθηκε η αφορμή να ανεβούν για πρώτη νύχτα στον ουρανό της τέχνης οι Πλειάδες των Ερινύων. Ορέστεια.

Η μητροκτόνα αντίθεση ανάμεσα στον Ορέστη και το Νέρωνα είναι η απόσταση του ναι από το Όχι, της αγωνίας από την πλήξη, του αρχέτυπου από το συμβατικό.

Αγνάντια στον τραγικό πρίγκηπα που προσέρχεται στο κριτήριο των θεών, στέκεται ο αοιδός τζουτζές που γυρίζει από κάποια ζωοπανήγυρη.

θα κράξει πεθαίνοντας.

 

Οι Ερινύες του Ορέστη είναι τα σκοτεινά δαιμονικά της φωτερής κάθαρσης. Ο Ορέστης τις γεννά από μέσα του, τις καλεί αφ’ εαυτού, τις χρειάζεται από ανάγκη.

Το ένστικτο της γνώσης του λέει ότι μόνο το μαστίγιο που ξαγριεύει την οργή τους, θα τις σκορπίσει πάλι στον άνεμο. Το φιδοσφύριχτο παλληκάρι θα αγκιδώσει την αυτοτιμωρία του ως το Απροχώρητο.

Οι Ερινύες του Νέρωνα είναι τα άχρηστα τέρατα της ατελέσφορης τιμωρίας. Η ηθική χωρομετρία του ανέλπιδα κολασμένου – ενώ τόπος του Ορέστη είναι το Καθαρτήρι που απαντέχει Παράδεισο – ούτε υποψιάζεται ούτε χρειάζεται ούτε μπορεί να κατανοήσει τις Ερινύες. Καθώς απλώνουν επάνω του το αγρευτικό τους δίχτυ

.................................................................................................................

Οι Ερινύες του Καβάφη βρίσκουν το Νέρωνα να κοιμάται βαθιά στο κρεββάτι των πετρωμένων αισθημάτων. Τις ίδιες αυτές, χρόνους μετά τον Καβάφη, τις είδε και ο Σεφέρης σε μια επιδημία εξαιρετικά απειλητική.

.................................................................................................................

Οι Ερινύες του Αισχύλου όμως τον ήρωά τους τον βρίσκουν ξυπνό και αλαφιασμένο. Εκείνο που κάνει το βίο του Ορέστη αβίωτο είναι η εγρήγορση και ο τρόμος του μπροστά στους ιστούς και στο υφάδι των πράξεων. Εδώ το τοπίο του ύπνου αναποδογυρίζει. Εξαιτίας που δεν ημπορεί να κοιμηθεί ο Ορέστης, ο θεός αναγκάζεται να κοιμίσει τις Ερινύες.

.................................................................................................................

Αγάπη για καταστροφή είναι οι Ερινύες. Ο φιλόσοφος Κολόμβος που ανακάλυψε τη χώρα Πέραν του καλού και του κακού, προχωρώντας στα ενδότερα ανακάλυψε και τα ιερά τους βάθρα. Amor fati διάλεξε να τις βαφτίσει.

Οι έλληνες, για να συμπληρώσουν το ένα τους όνομα, είχαν χαρούμενα αναγκασθεί να τους δώσουν και το δεύτερο. Στο άκουσμα Ερινύες λογάριαζαν την καταστροφή και το fatum. Την αγάπη όμως και το amor τα λογάριαζαν στο άκουσμα Ευμενίδες.

 

 

ΟΚΤΑΒΙΑΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

 

Θεός και μήνας, ύστερα από το  θείο Ιούλιο Καίσαρα.

Παρότι δεν φώναξε μπροστά στον ποταμό εκείνη τη γόρδια φράση: «ο κύβος ερρίφθη», εν τούτοις έπαιξε για μισόν αιώνα τους κύβους του επάνω στο ζατρίκιο του κόσμου και σταθερά εξήλθε αήττητος.

Ήταν μορφή φιλέρημη, εύθραυστη και ευγενική. Μπροστά όμως στην ανάγκη της κάθαρσης υποτακτικός μέχρι θάνατο.

............................................................................................................................

Τη συνείδησή του ότι απέρχεται κυρίαρχος στο κράτος του θανάτου, όπως ακριβώς εστάθηκε ο κυρίαρχος της ζωής και της οικουμένης, την απόδειξε ορθή το ηχητικό σχήμα που έδωκε στα στερνά του λόγια. Εμίλησε σε γλώσσα ελληνική:

Επεί τοίνυν καλώς πέπαισται, δότε κρότον,

Και πάντες ημάς μετά χαράς προπέμψατε.