Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων
Οι Ώρες των Άστρων

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων Οι Ώρες των Άστρων

Αποσπάσματα από το ημιτελές βιβλίο του Λιαντίνη «ΑΛΗΤΗΣ ΕΛΥΤΗΣ».

(Φυγάς θεόθεν και αλήτης, νείκεϊ μαινομένω πίσυνος. Εμπεδοκλής, Fr.115).

 

 

Α. ΕΠΙ ΜΝΗΜΑΤΩΝ

 

Εγώ Δημήτριος μονομάχος, εγκάτοικος στο συρματόπλεγμα της ανθρώπινης βουής, για να περιγράψω ό,τι στοχάζομαι λέγω:

Ότι είναι τέσσεροι χρόνοι κοντά, που εφρόντιζα ένα σεμινάριο φοιτητών στην ουνιβερσιτά της Αθήνας.

Ότι το θέμα του ήταν προβλήματα διδασκαλίας επάνω στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ότι με τους σαράντα φοιτητές – προλύτες εσκαλίζαμε πράγματα παλαιϊκά.

Για τους προσολωμικούς, τους ρομαντικούς της Ελλάδας των βλαχοδήμαρχων, τους Απόκοπους και τους Νεόκοπους, ο Ρωμιός του Σουρή, η Φυλλάδα του Αγαθάγγελου.

Σκόνη το πιότερο από βιβλία, καημούς, κορδώματα και κόκαλα. Εάν στα μουσεία ή τα μυαλά μας δεν ξεύρω.

Και είχε προχωρέσει η άνοιξη. Και ήταν Παρασκευή απόσπερο. Και έψελναν στις χελιδονοφωλιές τους χαιρετισμούς.

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή

Χαίρε η αμεταμέλητη.

Οπόταν – που φαίνεται η ώρα το κάλεσε – ο νους έπαψε να χαροπαλεύει την ανάσταση από κενά μνημεία.

Και πήρε η αίσθηση να γυρίζει στην αψάδα του ότι ζωντανό.

Ώσπου είδα πως φτάναμε τότε από τα κοιμητήρια στα χαρακώματα.Και γύρωθε λιόβλητες οι απαγανιές.

Το ζητούμενο ήταν, μέσα στους ζωντανούς ποιος κρινόταν ο πιο ζωντανός ποιητής.

Που σημαίνει συντονισμένος καλύτερα στη συχνότητα των καιρών και του καιρού του.

Ο. πιο διαλεκτικός στο διάλογο του ανθρώπου με τον  άνθρωπο. Και γνώριμος στη γνώση των ζώων με τα ζώα. Και βολικός στη βολή των πραγμάτων με τα πράγματα.

Ο πιο ακροαστικός στους ήχους της σιωπής, της φωνής και του νεύματος. Και όποιανου άλλου έχει που δίνει ο χρόνος.

Κοντολογίς, ποιος είναι ο καλύτερος κάλφας, στη γλώσσα του Σεφέρη από το αείμνηστο Αιβαλί.

Ο Ελύτης. Γιατί αυτός ξέρει να σέβεται την ποίηση, όπως το ερωτευμένο κορίτσι το μυστικό του.

Μαρτύρησε μια νέα με είκοσι Μάηδες λουλούδια στα γόνατα και είκοσι Ιούνηδες χτυποκάρδια στο θρανίο.

Ο Ρίτσος. Γιατί αυτός πάσχει όλα τα πάθη των ζώων, και του άλλου ζώου, που λέγεται άνθρωπος.

Έκρινε πειστικά ένας συνδικαλιστής από το δεξιό κέρας της παράταξης.

Ο Ρίτσος, εφώναξαν και όλοι οι άλλοι ξερά. Όπου αίθουσα και γαλαρία βροντολάλησε σύδεντρη, καθώς ο στρατώνας τη μέρα που ορκίζονται οι νεοσύλλεκτοι.

Ο Ελύτης, πρόφερε πάλι αχνά το κορίτσι με τους είκοσι Μάηδες λουλούδια στα γόνατα. Και άλλο δεν είπε.

Όπου έστρεψα να κοιτάξω. Και πρόφταξα ν’ αρπάξω στα μάτια της μια στέγνια από ξεκινημένη βροχή.

«Μεσσημέρι από νύχτα – όλη η ζωή μια λάμψη!»

*

Σύξυλος, απαράτησα το σεμινάριο σύξυλο. Και πήρα στο σκοτάδι τους δρόμους. Και ανέβηκα την οδό Βενιζέλου αντίδρομα. Όπου έσερνε ποταμούς το πετρέλαιο, τη λασπονεριά και τα κούτσουρα.

Τι συμπάγια φρονήματος! Συλλογιζόμουν. Τι άψογες τριάδες κυπαρισσιών στα φυτώρια. Τι εγκάθετη και γεωμετρική Directiva.

Τελεία, κόμμα και ευθυγραμμός. Μια (στα περίχωρα της Πύδνας) τέλεια μακεδονική φάλαγγα.

Αχ! Και που ‘σαι τώρα, Αιμίλιε Παύλε, παραλαλούσαν τα χέρια μου.

Να μαυλίσεις πανούργα στους λόφους τα σαρισοφόρα τετράγωνα. Να χαλαρωθεί στις αρθρώσεις το λόγχινο φράγμα. Να εισδύσουν στα κενά οι σπείρες των λεγεώνων. Και ύστερα!

Και ύστερα ν’ αρχίσει εν ψυχρώ η σφαγή. Γιατί εδώ δεν οδηγεί ο Αλέξανδρος.

Καταπρόσωπό μου οι νέοι Αλξανδρείς εχλεύασαν.

*

Εδώ στρατηγεύουν οι άτσαλοι. Οι πτο(λε),α(ιοι) και οι φίλιπποι της πέμπτης σεριάς.

Και δεξιά τους συντροφεύει η μούμια της δόξας, που δεν την γνωρίζεις.

Επειδής ερουφήχτηκαν τα βυζιά της, σαν το δέρμα του σκοτωμένου αστρίτη που σήπεται.

(Η λυωμένη κεφαλή, που βλέπεις στο κέντρο, ήταν το δόντι της πάλαι ποτέ κραταιάς θηλής).

Και ο λαιμός της εσκέβρωσε. Και τα φτερά της ξεμασχαλίστηκαν στη ρίζα των ώμων.

Και απ’ όταν οι αρχαιοκάπηλοι σύλησαν τη μαρμάρινη βάση, τα πόδια της πατάνε στα αγερικά που φυσούν. Έτσι που το δοξαστικό Δ διαβάζεται Λ λοξό.

Όπου στο όνομα κοντά ξέφτισε και το νόημα. Όπως αχάλαστο μένει στον αλλιώτικο τρόπο του

ΟΛΗΙΣ, ΑЇΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΛΤΗΣ.

*

Ήτανε άραγε τα βήματα του ρίγους στον άσκοπο δρόμο μου ή το επίσκοπο πνεύμα τούτης της νέας ελληνικής { }ΟΞΑΣ που μ’ έφεραν στο Ωδείο του Ηρώδη και της Ρηγίλλας; Δεν ξεύρω.

Ό,τι ξεύρω και ό,τι μαρτυρώ το είδα να παίζεται στην ορχήστρα, στη σκηνή και στο κοίλο.

Όπου χωρίς τα παιδιά, και απών ο Νυκτήλιος Διόνυσος, είχε ανάψει η γιορτή με τους γύφτους.

Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις».

*

Είδα τους ιερείς, πίσω από το καταπέτασμα του ναού, να λιτανεύουν με δίχως τα λινά τους άμφια.

Που άλλοτε ικέτευαν την αβροχιά να λυπηθεί τα δέντρα και να πάψει την οργή της.

Και άλλοτε καλούσαν τη νήστεια να στυλώσει τα παιδιά, για να λάμψουν τα μάτια τους.

Και διαγράφανε οι χειρίδες τους τη στάση την ιερατική και τη μαύρη.

Και επρόφεραν σε πλάγιο τρίτο τα ιερά ακατάληπτα λόγια.

Και η φωνή τους ανέβαινε και κατέβαινε ως τον τρίτο ουρανό κι ως τον τρίτο κόσμο.

Της Αφρικής ανταλλάζοντας τα τουμπελέκια των μάγων με τα ντρια – ντρια των θυμιατών.

Και ολάκερο το φρικτό της αλχημείας μυστήριο στα άδυτα της υπνωτικής συνήθειας επιτελώντας.

Ήχος αργυρός του δηνάριου μεταμόρφωνε σε παγκάρι της ουράνια Τράπεζα.

Και της άσπρης σκόνης – που και μαύρη τη λεν – ή ζαλιστική μυρουδιά εγαλάζωνε τα σύννεφα του λιβανωτού και της ευφροσύνης.

Και τα τελώνια του αρχέγονου φόβου φτερόδεναν σε αρχαγγελικά σεραφείμ, που πάνω κάτω πιλαλούσαν τη σκάλα του ύπνου.

Όμως στην ορχήστρα μπροστά τα δεμένα φώτα γλιστρούσαν στην αφή του δάπεδου και των τοίχων.

Και θροή θηλυκή από μετάξι και βύσσο επίχριε τη φουρτούνα των εικόνων. Καθώς ο τουρκεμένος γύψος την Άγια-Σοφιά.

Δεν ήταν εύκολο η Δυσκολία  να συνθηκολογήσει. Ούτε να συναυλισθεί στη μάντρα ο άκτιστος Ασβέστης.

Που έτσι κι αλλιώς πάντα του στα ορεινά φυγοδικούσε.

Και στο πεισματικό του σακίδιο άγρια φύλαγε το ραντιστήρι της δροσιάς και το γλαυκό απελατίκι της θάλασσας.

Νέμοντας εξουσία και στους άλλους ακρίτες, που είχαν τις κλεισούρες πιασμένες.

Για να φρουρούν με φλογοκρύπτες και σιγαστήρες το τραγούδι των πουλιών και του ήλιου το τρίξιμο.

Όπου πια στο χώμα τούτου του ερεβοκτόνου τόπου, με κόπο θ’ ανάσκαφτες τα μισοκαμένα ίχνη

Της

Θεια-Βατάνας που τρεμόσβηνε όλη νύχτα μες’ στις

Άδειες κάμαρες σαν το καντήλι.

Και της θεια-Μελισσηνής που μόλις είχε γυρίσει απ’

τη Συντέλεια.

Ή τα εκατόφυλλα ρόδα, που θυσίαζε του χειμώνα εκατόμβη ο ιερέας Σκίρων.

*

Είδα τους εκατόνταρχους να σηκώνουν στις λοξές επωμίδες τη σμαραγδή κιβωτό του προγονικού ουρανού.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Είδα τους συγκλητικούς μονοφτέρουγους. Πράσινους, βενέτους και στιγμάτους της ανεμοβλογιάς να ιεροθετούν τα λογής παρδαλά και να γυαλίζουν με μπράσο τα αρχαία οικόσημα.

*

Είδα τους φιλοσόφους με τις λιγδερές γενειάδες και το σακκούλι του γυρολόγου στην πλάτη.

Να πουλάνε για λίγους μπακιρένιους οβολούς τα γιατροσόφια τους, τα ξαρρωστικά, τα βαλσαμόχορτα και τις ινδικές ρετσέτες.

Το πιότερο σουλιμάδες και συνασπισμούς, φλόμους, κεραλοιφές και λασπόλουτρα.

Και πάλευαν υπομονετικά το κυκλοφοριακό και την καλπάζουσα, τον τυμπανισμό της κοιλιάς, τη στραγγουρία – πιάσιμο του κάτουρου κατά Μακρυγιάννη – τον τύφο, τη μαλάρια και την ασιατική γρίπη.

Και στο φως της μέρας περπατούσαν λοξά – ίδιοι καρκίνοι ραβδοσκοπώντας τον τ ό π ο με τη φιλοσοφική βακτηρία τους.

Που όμοιαζε το μπαστούνι το προαγωγό του αόμματου, σαν του ανοίγει το δρόμο, πιάνοντας στα τυφλά δ ι ά λ ο γ ο με τα πράγματα.

Και μεσ’ στο σκοτάδι τους είχανε ολοτελώς χαμένα τα σημάδια του ουρανού και του χ ρ ό ν ο υ.

Και  σαν πέθαιναν, το πιο σύνηθες πήγαιναν από κακό λαιμό και μελανή χολή (Melancholia). Και την αρρώστια την άλλη, που ιερά νόσος την λένε.

Ή και από το διαβήτη, που έμεινε λάφυρο του στρατιώτη σκοτώνοντας τον Αρχιμήδη στις Συρακούσες.

*

Είδα στους ποιητές να λαλάει το πουλί μέσα από τα κάγκελα του παντελονιού τους.

………………………………………………………………………………………
………………………………………………………………………………………
………………………………………………………………………………………

Για να παινέσουν οι άξιοι ποιητές τη φαλακρή τους κόμη, τσακιζόντανε καθώς οι αγιούπες στα κράματα.

Τι σέλινα και ζουμπούλια, τι σγουρές σπαραγγιές και πυρρόξανθα τρίμματα αύρας εθαύμαζαν στη μαδημένη της κούτρα.

Άι θυμοί κι άι τρέλες της πατρίδας.

*

Είδα τους έμπορους και τους τελώνες εκτεθειμένους ως το κόκαλο του επιούσιου άρτου τους.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Είδα τους οικοδόμους και τους χαλκιάδες να δουλεύουν στον πυρομάχο της φούχτας τις αλυσίδες του θριάμβου τους.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Είδα τους ξωμάχους ξεγελασμένους να κοάζουν στα λατιφούντια της στεκάμενης χώρας.

Τους μισούς πλεγμένους στο βούρλο και τους άλλους αποκάτω στη ρίζα της πικροδάφνης.

Και απάνω τους ζούνιζε σύννεφο το κουνούπι. Και η τεφρή λασπουριά να τους βαρεί στο λαιμό.

Τους σποριάδες στους πέντε ανέμους, που το χέρι τους έδινε κι έπαιρνε ωραίο θυμιατό των αγρών.

Τους βοσκούς να κουβαλούν το ταγάρι του Μάη στον ώμο, καθώς ο Χριστός το αρνί της λευκότης του.

Και στο βυθό των μαργαριταριών τους ψαράδες, που μάζευαν ένα – ένα, από την πίσω μεριά του σκυλόψαρου, το δικό τους δάκρυο.

Και άρχιζαν από της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας έως μπρος πίσω στ’ Άη-Γιαννιού του Ριγανά να προσπέφτουνε και να δέουνται.

Κάτω από τα εικονίσματα των βουνών και το μεγάλο αχειροποίητο τρούλο.

Όταν αστρονομίζουνταν, άλλοτες με το πέταγμα του χελιδονιού στα χαμηλά, κι άλλοτες με της γάτας το νίψιμο ή το λάλημα του χοχλιού στα ψηλώματα.

Και το πιο συχνά διαβάζανε το φεγγάρι. Πούθε έγερνε και τι κύκλους είχαν τα μάτια του.

Και με το χέρι κράταγαν πάντοτες την καρδιά τους, να τους σφίγγει ανάμεσα ελπίδα και φόβο. Καθώς οι αρρώστοι που δεν φτάνει ο γιατρός στο χωριό τους.

Γιατί δεν βόλειε ν’ απεργήσουνε του καιρού, ούτε να πετροβολήσουν τις αύρες και τα χαλαζοβόλα.

Κάθε που του καλού καθούμενου κατέβαιναν να τους μαστιγώσουν στο πρόσωπο, και να τους μαυρίσουν το μάτι.

Όμως, κυττάζοντας πέρα από την ορφάνεια τους, έβλεπες τον ορίζοντα καθαρό. Σα να ‘χε η καταιγίδα περάσει, και να τραβούσε γι’ αλλού.

Και οι ξωμάχοι να κατοικούν τις καλλιεργήσιμες λίμνες, που είχαν αποξηρανθεί οι αρρώστιες.

Παρά δε από το στέγνωμα του δικού τους κορμιού, και όχι από τη φροντίδα του κράτους. Όπου όμοιαζαν να αναπνέουν.

Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου.

Και το πράγμα γινότανε καθαρό προπαντός στα τρυγοπατήματα. Οπόταν έβραζε στα πιθάρια το μυστικό σταφύλι.

Όσο να καθαρίσει σε κρασί και η μαντοσύνη του να λυθεί στη γλώσσα του Διόνυσου.

*

Έτσι στερνός, ο κορυφαίος των ξωμάχων παρέλασε στο θέατρο του Ηρώδη και της Ρηγίλλας.

Λίγο ψηλότερα από τις μαρμαρωμένες πλάκες σηκώνοντας το φέρετρο με το είδωλον του αιώνος.

Αυτός

Ο τελευταίος Έλληνας.

Που πια το ‘βλεπες φως φανάρι, ότι πίσω από την προσωπίδα του έλαμπε η υγεία του άγουρου.

Που ερχότανε από το νησί του Μίνωα και τη δυναστεία των Ατρειδών και τον πρώτο καιρό της γεωμετρικής άνοιξης.

Και ίσα στο σκαλοπάτι της έξοδος είχε μία –μία περάσει τις λυκοποριές του Ω ς  π ό τ ε,  και του Π ρ ό ς  τ ι, π ρ ο ς  τ ι; και του Φ τ ά ν ε ι π ι α, φ τ α ν ε ι  π ι α.

Ωσάν να επερίμενε τους όσους, καθώς τα κορίτσια ωραίους και καθώς τα δέντρα αληθινούς και καθώς τους ποιητές ελάχιστους, για να βοήσει μαζί τους:

Θα τη{ν} φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι

Σ τ ο  φ ω ς, σ τ ο  φ ω ς, σ τ ο  φ ω ς.

 

 

Β. Η ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ)


Ο Πανσέληνος έριξε βλέμμα σίγουρο στο κλήμα και στο στάχυ, βίδωσε στον ώμο του το χέρι του Matisse και χωρίς ν’ αλλάξει το τέμπο της αναπνοής του πιάστηκε να καρφώσει στον τοίχο το όνειρο του Ραφαήλου.

Ο Πανσέληνος, θεοφιλής και Θεόφιλος.

*

Μέσα στον κυβισμένο ίλιγγο του χωροχρόνου, κι εκεί που η ελληνική μυθολογία έδειχνε άλλοτε ομορφιά, όση και το γλαυκό πολίτευμα του πέλαγου διάρκεια.

Πρώτη από το τελευταίο βάθος ήταν ξεκινημένη να λάβει θέση η σιωπή της δημοτικής ποίησης.

Θεομητορική: Που στο πλάι την αντιχτυπούσε συνετό το φέγγος του λευκόχρυσου.

Εντούτοις δεν ήταν εύκολο να την ξεχωρίσεις. Γιατί φαίνονταν να την σκεπάζουν τα καινούργια, που πέπρωται να μην παλαιωθούν. Και από τα παλαιά φαίνονταν να την σκεπάζουν όσα ποτέ δεν γίνονται νέα, να τα φυλάγουν στα μουσεία οι φύλακες.

Ενόμιζε ο ζωγράφος, την καρκινοειδή εσοψιάζοντας επιγραφή:

Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα

Καινούργια φαίνουνται κι εκείνα σαν παλαιά

Και αλλιώς

όπου τα παλαιά φαίνον-

ται πάλι κι εκείνα καινούργια.

Έτσι ήταν σα να ‘χε εξαφανιστεί μπροστά στα μάτια μας ολοσώματη. Λες και είχε θητέψει στην ίδια δίκαιη πείρα του τελευταίου γιου του Σοφοκλή:

άσκοποι πλάκες έμαρψαν

εν αφανεί τινι μόρω.

Αλλά οι άλλοι συμπάρεδροι στρέφαν το αυτί στη φωνή της, όπως οι τυφλοί μαντολόγοι το πρόσωπο κατά τα πουλιά.

Φωνή ορώντες το φατιζόμενον.

Κάτω από τα γυμνά πόδια της κυλούσανε χαλίκια ανέμων, ίσκιοι, νερά και η θροή της αυγής.

Και χτυπούσαν σβήνοντας στα μοναχικά οροπέδια της ακοής του Σολωμού, του Παπαδιαμάντη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Μακρυγιάννη και άλλων.

Σαν τον παλιό καιρό οι τροχοί του Ορέστη και οι εκρήξεις του Ίλιου και οι πυρκαγιές στο ρέμα της Δίρκης.

Χτυπούσαν στα μάτια τους έλληνες τραγικούς, λίγο πριν αρχίσουν Να παίζουνε πεντόβολα με τ’ αστέρια. Που πεσμένα τα ψάχνουμε τώρα στα φυλλώματα του χρόνου:

Τι γίνηκεν η ορχήστρα των γυμνών χεριών κάτω απ’

τ’ ανάκτορα,

το έλεος που ανέβαινε σαν ιερός καπνός

και η κλαγγή που ξημέρωνε τη φρίκη των λαών.

Πίσω από τον βυσσινί της κεκρύφαλο – σαν πίσω από το ειλητάρι της Δελφικής Σίβυλλας – έβλεπες τον σαραντάπηχο Ηρακλή να παλεύει τον Κέρβερο στα μαρμαρένια αλώνια.

Και σε βάθος ακόμη μια βουνοσειρά ο Νεκρός Αδελφός έφερνε από την ξενιτιά την Αρετή πάνω στον καλπασμό της λύπης του. Ύστερα την απόθετε αμίλητος στο μέρος που έχασε κάποτε ο Ορφέας την Ευρυδίκη.

Ήτανε τον καιρό που πάσχιζε για να μάθει τους πεθαμένους πως δεν γίνεται να πιστέψεις στον άνθρωπο, χωρίς ν’  απιστήσεις στο θεό.

*

Δεύτερος, που τις ξηλωμένες χειρονομίες του ξανάδινε η ηχώ από τα πράσινα νερά και τα πετροκομμένα χάσματα, ανέβαινε ο Διονύσιος Σολωμός.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Τρίτος έχοντας αφήσει το σπίτι με τους μαύρους τοίχους που εκατοικούσε και το μαυράδι της ξενιτιάς ως το σωθικό φαγωμένο

Μαύρος και κυκλοδίωκτος ο τροχός του Κάλβου απερνούσε περικοπά τους κρατήρες της Αλησμόνης.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ύστερα ο Μακρυγιάννης καβάλα στα ναυάγια ωραίου πολέμου, έφτανε στη Χαναάν της παραλίας του.

Στην αρχή αποίκισε τον τόπο με λογής κατοικίδια δέντρα και με τις πηγές των νερών, και μετά εδιάταξε γενικό αναδασμό των πουλιών.

…………………………………………………………………………………………

Κάθε αποταχύ, γερμένα τ’  απόσκια, που έβγαιναν μαζί στο σεργιάνι

Ο Αγράμματος και η ωραία,

καθώς έλεγε ο κόσμος, εμύριζε η ρούγα πλυμένη βροχή και καιούμενο σύναυγο.

*

Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη

γίνουνται γλάστρες για το άνθος της αν-

θρώπινης δικαιοσύνης.

Δ. Λ.

 

Τώρα η αφεντιά του, ο κυρ-Αλέξανδρος, που ελαιώνες αργοκυλούν στα μάτια του τ’  ασημωμένα φύλλα.

Ενώ πιο ψηλά του αιθέρα σκαμπανεβάζουν μαβιά τα ηφαίστεια με την πατημασιά του τυπωμένη στην άκρη.

-καθώς το σχήμα αρετής που άφηκαν στη λάβα της Αίτνας τα σιδερένια πέδιλα του Εμπεδοκλή-

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Δίπλα τους ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης – Καβάφης σαν ξένος στέκει καθήμενος. Με μπροστά στα μάτια του τα γυαλιά του κυττάει την όψη του πίσω από

αρχαίο χάλκινο κάτοπτρο

όπου αναγνωρίζει Επίκουρον Νεοκλέους τον Αθηναίον, που γεννήθηκε το μήνα Γαμηλιώνα, περί λύχνων αφάς.

Βυζαντινός στο ντύσιμο και αλεξανδρινός στη γύμνια λογαριάζει τους συρμούς, όσο και ο σκόρος τα μάλλινα.

Έχει το πρόσωπο σκεβρό και μιλάει σιγά. Ενώ το κορμί του παραπέμπει σε ορεινά περάσματα, που κατά καιρούς τα πέρασαν κρυφά άφαντοι βάρβαροι και περαστοί περάτες.

Και ανάμεσά τους ο αόρατος θίασος του Μάρκου Αντώνιου, οι Βαλίας και Ξάνθος να κλαίνε και ο Απόλλωνας όλο δόλο και απάτη.

Στις παλάμες του καίνε ακόμη χάρτες απανθρακωμένων εποχών.

Και εκεί που θαρρεί κανείς ότι βλέπει μικρές κόκκινες φλέβες από το δικό του είδωλο στις κόρες των ματιών του κυττώντας

Είναι τα οδοιπορικά των λαών, που χειμώνιασαν, προτού προφτάσουν να πορευτούνε στα χειμαδιά.

Πίσω από τη λιανή κρούστα των στίχων του οι λιανές των ηφαιστείων, όπου

Απανωτές οι ραχοκοκαλιές των αισθημάτων, και τους ωραίους έφηβους να χωνεύει ήσυχα η αίγλη της μοίρας.

**

Εδώ είχε αποφασίσει ο καιρός το ρήγμα στον τοίχο του Πανσέληνου. Γιατί μια τόση δα χαρακιά μέσα στο μένος του ασβέστη είχε αποσπάσει τους Πατέρες από τους ελάσσονες που ακολουθούσαν.

Που να την δρασκελίσεις όμως, είχε απόσταση τρεις μήνες πεζόδρομο. Από τις Σάρδεις στα Σούσα.

Και καθώς περπατούσες, ένιωθες η μυρωδιά να λιγοστεύει του δυάσμου. Και να γίνεται σαν κάπως

εμφιαλωμένη η ποίηση.

*